Τετάρτη, 19 Μαΐου 2010

Ελληνες με ταλέντο και όραμα

ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥΠΙΤΣΙΝΗ


Παρασκευή βράδυ, 7 Μαΐου.

Μόλις έχω επιστρέψει από το Βερολίνο και λαμβάνω ένα μήνυμα στο κινητό μου: «Η ομάδα του Πολυτεχνείου Κρήτης κατέκτησε την πρώτη θέση στο Βραβείο Ασφαλείας του Shell Εco-Μarathon 2010.

Επιστρέφουμε υπερήφανοι με την κούπα! Χρόνης Σπανουδάκης». Ηταν η πρώτη καλή είδηση μέσα σε μια περίοδο μαυρίλας, με δολοφονίες τριών εργαζομένων, με σενάρια πτώχευσης της χώρας, με αιματηρές περικοπές μισθών και δώρων, με την αίσθηση της ανασφάλειας για το μέλλον να πλανάται σαν γύπας πάνω από την Ελλάδα. Με τον Χρόνη και τα άλλα παιδιά του Πολυτεχνείου Κρήτης είχα γνωριστεί την προηγούμενη ημέρα στην πίστα Λάουζιτσρινγκ του Βερολίνου.

Ο βροχερός καιρός είχε προκαλέσει τη διακοπή του μαραθώνιου αγώνα οικονομικής κατανάλωσης, που διοργάνωσε για 26η φορά η Shell, και έτσι συναντηθήκαμε στην τέντα που φιλοξενούσε τις δύο ελληνικές ομάδες του Μετσόβιου Πολυτεχνείου και του Πολυτεχνείου Κρήτης.

Μια μεγάλη παρέα παιδιών γύρω στα είκοσι, με προσήλωση στον στόχο, με υπομονή και επιμονή, με σιδερένια θέληση για να ξεπερνά τα εμπόδια που τους βάζει σε κάθε βήμα τους η ελληνική κοινωνία, δηλαδή εμείς οι γονείς τους. Καμιά σχέση με την εικόνα του Ελληνα όπως τη μεταδίδουν τα διεθνή πρακτορεία και έχει περάσει στη συνείδηση των ξένων. Δεν περνούν λίγα λεπτά και οι λέξεις τους γίνονται χείμαρρος.

Μας ενημερώνουν με καμάρι για τα πρωτότυπα οχήματα που έχουν κατασκευάσει θυσιάζοντας επί μήνες τον ελεύθερο χρόνο τους. Μας εξηγούν ότι κατεβαίνουν στον αγώνα απέναντι σε αντιπάλους που διαθέτουν όλα τα μέσα, ενώ οι ίδιοι πολεμούν με καριοφίλια. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει ούτε μία αεροδυναμική σήραγγα για να δοκιμάσουν τα αυτοκίνητά τους, τα οποία τα οδηγούν σε... πάρκινγκ αντί για πίστες, όπου δεν είναι σε θέση να κάνουν ούτε τις στοιχειώδεις μετρήσεις.

Δεν παραπονιούνται ο Χρόνης και η παρέα του, διαπιστώσεις κάνουν, και ζητούν να τους δώσουμε τα απαιτούμενα εφόδια ώστε να μπορούν να ανταγωνιστούν τους συνομηλίκους τους από άλλες χώρες. Στο Βερολίνο αναμετρήθηκαν στο πλαίσιο του Shell ΕcoΜarathon πάνω από 220 ομάδες, που προέρχονταν από 26 διαφορετικές χώρες και καλούνταν να καλύψουν όσο το δυνατόν περισσότερα χιλιόμετρα με ένα λίτρο βενζίνης.

Πάνω από 3.000 φοιτητές αγωνίστηκαν σκληρά σε έναν στίβο ιδεών και καινοτομιών και οι Ελληνες βγήκαν παλικάρια. Να σημειώσω ότι πολύ καλά τα πήγε και το Μετσόβιο, που κάλυψε πάνω από 840 χιλιόμετρα με ένα λίτρο καυσίμου, αλλά ακυρώθηκε λόγω υπέρβασης χρόνου για λίγα δευτερόλεπτα. Μάλιστα η ομάδα του Μετσοβίου μετεξέλιξε ένα πρωτότυπο όχημα ενός Λυκείου της Χίου και συμμετείχε με αυτό στον αγώνα, επιβεβαιώνοντας έτσι ότι και οι μικρότερες ηλικίες έχουν στην Ελλάδα ταλέντο και όραμα.

Και αυτό έχει μεγάλη σημασία, για μια χώρα της οποίας οι νέοι πρέπει να ψάχνουν με το φανάρι του Διογένη για πρότυπα. Δείτε τις τιμές των επιβατηγών στο

http://assets.tanea.gr/files/times0410.zip

ΠΗΓΗ:http://www.tanea.gr

Γεώργιος Σουρής (1853-1919)

Ποιός είδε κράτος λιγοστό
σ’ όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;
Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά’χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;
Νά ’χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;
*******
Κλέφτες φτωχοί και άρχοντες με άμαξες και άτια,
κλέφτες χωρίς μια πήχυ γη και κλέφτες με παλάτια,
ο ένας κλέβει όρνιθες και σκάφες για ψωμί
ο άλλος το έθνος σύσσωμο για πλούτη και τιμή.
*******
Όλα σ’αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.
*******
Ο Έλληνας δυό δίκαια ασκεί πανελευθέρως,
συνέρχεσθαί τε και ουρείν εις όποιο θέλει μέρος.
*******
Χαρά στους χασομέρηδες! χαρά στους αρλεκίνους!
σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.
*******
Γι’ αυτό το κράτος, που τιμά τα ξέστρωτα γαϊδούρια,
σικτίρ στα χρόνια τα παλιά, σικτίρ και στα καινούργια!
*******
Και των σοφών οι λόγοι θαρρώ πως είναι ψώρα,
πιστός εις ό,τι λέγει κανένας δεν εφάνη...
αυτός ο πλάνος κόσμος και πάντοτε και τώρα,
δεν κάνει ό,τι λέγει, δεν λέγει ό,τι κάνει.
*******
Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.
Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.
Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγας.
Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που’χει
στο ’να λουστρίνι, στ’αλλο τσαρούχι.

Εδώ θα µείνω

Του Νίκου Τζιανίδη

...ΚΑΙ πού να πάω, άλλωστε;
Στην Ελλάδα έµαθα να ζω µε το «τίποτα», στην Ελλάδα θα συνεχίσω δίχως τίποτα να ζω... Εδώ έµαθα να κλέβω το κράτος µε δάσκαλο το ίδιο το κράτος, εδώ µελέτησα τρόπους πλουτισµού έχοντας µοναδικό µου κεφάλαιο το άδειο κεφάλι µου.

Στην Ελλάδα στάθηκα δίπλα σε κροίσους και µάλιστα τους ξεπέρασα: µε ντύσιµο ακριβό, µε το ευµέγεθες πούρο µου, µε τη λαµπερή παρουσία µου σε εστιατόρια και µπαρ, πληρώνοντας λογαριασµούς µε µισθούς µηνών. Στην Ελλάδα έκανα καριέρα µε µοναδικό µου εφόδιο την καπατσοσύνη µου. Ξένες γλώσσες δεν έµαθα, σε πανεπιστήµιο δεν πήγα, το λύκειο το τέλειωσα µε τη βάση, όµως αµείφθηκα πλουσιοπάροχα από την εργασία µου, τόσο όσο να λυπάµαι φίλους µου γιατρούς, φιλολόγους, δασκάλους, καθηγητές που φυτοζωούσαν πληρώνοντας το τίµηµα της ακριβής γνώσης τους.

Εκανα τη νύχτα µέρα σε µπουζούκια, ήπια θάλασσες στη Σαντορίνη, έκαψα τα µάτια µου στον ήλιο των Κυκλάδων, άπλωσα τα πόδια µου ράθυµα πάνω από την καλντέρα, βαφτίστηκα νεόπλουτος στις κολυµπήθρες της Μυκόνου, σεργιάνισα στα σοκάκια της Νάουσας µε τα Αrmani και τα Gucci µου. Οδήγησα νωχελικά το κάµπριο αυτοκίνητό µου στους δρόµους της Γλυφάδας, παζάρεψα σπίτια µε πισίνα και τζακούζι σε Βουλιαγµένη και Βουτζά, αστειεύτηκα µε εφοπλιστές, χτύπησα στην πλάτη επιχειρηµατίες, έδωσα το χέρι σε µεγιστάνες.

Ξεχείλισα χρέη τις κάρτες µου, µε τον Τειρεσία γίναµε... φίλοι, τις κλήσεις από τα τηλεφωνήµατα των τραπεζών τις... προωθούσα στην επόµενη µέρα, ζούσα το κάτι παραπάνω από αυτό που µπορούσα να ζήσω µε δανεικά φίλων, µε των γονιών µου την αρωγή και των δικών µου την υστερόβουλη ανοχή.

Και ένα πρωί έµαθα ότι έτσι ακριβώς, το ίδιο µ’ εµένα, ζούσε τόσο καιρό και η Ελλάδα: µε δανεικά, διαβιώντας τρυφηλή ζωή, µε κοστούµι επ’ ενεχύρω.
Και εσύ τώρα µου λες να φύγω και να πάω αλλού, να ζήσω έξω από τον τόπο µου γιατί σκοτεινιάζει, γιατί κάνει κρύο, γιατί δεν έχει πια ζωή εδώ, γιατί ο ορίζοντας σφίγγει σαν θηλιά.

Εδώ θα µείνω! Οχι γιατί έτσι που τη ζωή µου ρήµαξα εδώ, σ’ όλη τη γη τη χάλασα, αλλά γιατί καλύτερα στην Ελλάδα για «το τίποτα» παρά ένα «τίποτα» µακριά απ’ αυτήν.

http://digital.tanea.gr